σεφτές

σεφτές
ο первая выручка; почин (в торговле);

κάνω σεφτέ — сделать почин;

§ έχω καλό σεφτέ — я везучий


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σεφτές" в других словарях:

  • σεφτές — ο, Ν 1. η πρώτη πώληση τής ημέρας, καθώς και τα χρήματα που εισπράττονται από αυτήν 2. φρ. α) «κάνω σεφτέ» i) κάνω την πρώτη πώληση τής ημέρας, εισπράττω τα πρώτα χρήματα ii) συνεκδ. αρχίζω ένα έργο, μια δουλειά β) «έχει καλό σεφτέ» φέρνει γούρι …   Dictionary of Greek

  • σεφτές — ο έ (λ. τουρκ.), μόνο στον ενικό, το πρώτο πούλημα της ημέρας: Δεν έκανα σεφτέ ακόμη. – Θα αγοράσω κάτι, για να σου κάνω σεφτέ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • saftea — SAFTEÁ s.f. (pop. şi fam.) Prima vânzare pe care o face un negustor dintr o marfă (nouă) la începutul unei zile, al unei săptămâni etc.; p. ext. început norocos al unei afaceri. ♦ fig. Prima întrebuinţare a unui lucru. [var.: (reg.) săfteá s.f.]… …   Dicționar Român


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»